Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις

Ο Χρυσός

 

Το χημικό στοιχείο χρυσός (στα λατινικά Aurum και στα αγγλικά Gold) είναι ένα πυκνό, μαλακό, αστραφτερό, ελατό και όλκιμο στερεό μέταλλο. Ως χημικό στοιχείο έχει ως σύμβολο το Au, ατομικό αριθμό 79 και ατομικό βάρος 196,966569. Έχει θερμοκρασία τήξης 1064,43 °C και θερμοκρασία βρασμού 2807 °C. Ανήκει στην ομάδα της 3ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης. Ο καθαρός χρυσός έχει ένα έντονο κίτρινο χρώμα και λάμψη που παραδοσιακά θεωρούνται ελκυστικά. Είναι, μαζί με το χαλκό τα μοναδικά «έγχρωμα μέταλλα». Παραμένει έτσι χωρίς να οξειδώνεται από τον ατμοσφαιρικό αέρα ή το νερό. Είναι ένα από τα λιγότερο δραστικά χημικά στοιχεία που υπάρχουν. Γι' αυτόν το λόγο βρίσκεται αρκετά συχνά σε ελεύθερη στοιχειακή μορφή, σε σβώλους ή κόκκους ανάμεσα σε πετρώματα, σε «φλέβες» ή και σε προσχώσεις. Λιγότερο συχνά βρίσκεται σε ορυκτά που περιέχουν χημικές ενώσεις του χρυσού. Από τις χημικές ενώσεις του χρυσού, οι πιο συνηθισμένες σε ορυκτά του είναι αυτές με το μεταλλοειδές τελλούριο (Te).

Ο χρυσός αντιστέκεται στην προσβολή από μεμονωμένα οξέα, αλλά μπορεί να διαβρωθεί από το αποκαλούμενο βασιλικό ύδωρ, μείγμα πυκνού υδροχλωρικού οξέος (HCl) και πυκνού νιτρικού οξέος (HNO3), σε αναλογία μίξης 3:1. Το συγκεκριμένο μείγμα ονομάστηκε «βασιλικό ύδωρ» ακριβώς επειδή μπορεί και διαβρώσει το χρυσό, το «βασιλιά των μετάλλων», το κατ' εξοχήν «ευγενές» μέταλλο. Ο χρυσός διαλύεται επίσης σε αλκαλικά διαλύματα κυανιούχων (CN-), ιδιότητα που χρησιμοποιείται ευρύτατα κατά την εξόρυξη του μετάλλου από τα κοιτάσματά του. Ακόμη, ο χρυσός διαλύεται σε υδράργυρο (Hg), με τον οποίο σχηματίζει αμαγάλματα. Πάντως, ο χρυσός είναι αδιάλυτος στο νιτρικό οξύ, που όμως διαλύει τον άργυρο (Ag) και τα βασικά μέταλλα, μια ιδιότητα που χρησιμοποιείται για να επιβεβαιωθεί η παρουσία χρυσού σε αντικείμενα. Η συγκεκριμένη διεργασία ονομάζεται «δοκιμασία οξέος» (acid test).

Ο χρυσός έχει μεγάλη οικονομική αξία ως πολύτιμο μέταλλο για νομίσματα, κοσμήματα και άλλα τεχνουργήματα, τουλάχιστον από την αρχή της γνωστής Ιστορίας. Τα αποθέματα χρυσού είχαν γίνει η πιο συνηθισμένη βάση της νομισματικής πολιτικής, από τα βάθη της γνωστής ιστορίας της πολιτικής και της οικονομίας, αν και σ' αυτόν τον ρόλο έχει αρχίσει σταδιακά να υποκαθίσταται από τα αποθέματα σκληρών νομισμάτων, από τη δεκαετία του '30. Το τελευταίο πιστοποιητικό χρυσού, καθώς και τα τελευταία χρυσά νομίσματα (των 100$) εκδόθηκαν στις ΗΠΑ το 1932. Στην Ευρώπη, οι περισσότερες χώρες άφησαν το χρυσό οικονομικό αξιακό πρότυπο με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, γιατί με τα τεράστια έξοδα και χρέη του μεγάλου αυτού πολέμου, ο χρυσός απέτυχε να παίξει πια το ρόλο του ως κυρίαρχο οικονομικό πρότυπο. Μεταπολεμικά, επίσης απέτυχε να επιστρέψει ο χρυσός ως κυρίαρχο μέσο σύγκρισης αξίας και συναλλαγής.

Υπολογίστηκε ότι, από την αρχή της γνωστής ανθρώπινης ιστορίας μέχρι και το 2009, εξορύχθηκαν συνολικά 165.000 τόννοι ή περίπου 8.500 m3 χρυσού. Η παγκόσμια κατανάλωση του εξορυσώμενου χρυσού είναι περίπου 50% σε κοσμήματα, 40% σε επενδυτικά αποθέματα, και 10% σε βιομηχανικές εφαρμογές.

Εκτός από τις ευρύτατα διαδεδομένες νομισματικές και συμβολικές λειτουργίες, ο χρυσός έχει και πολλές πρακτικές εφαρμογές, στην οδοντιατρική, στην ηλεκτρονική και σε άλλα πεδία. Τα πλεονεκτήματά χρήσης του είναι ότι έχει μεγάλη ελατότητα, ολκιμότητα, αντίσταση στην επίδραση των περισσοτέρων χημικών ουσιών, αλλά και μεγάλη ηλεκτρική αγωγιμότητα. Οι εφαρμογές του χρυσού περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ηλεκτρικά καλώδια, παραγωγή χρωματιστού γυαλιού, χρυσά ή επιχρυσωμένα σερβίτσια φαγητού και παλαιότερα στην κατασκευή CD-ROM και φωτοβολταϊκών.

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού της Γης βρίσκονται στον πυρήνα του πλανήτη, γιατί η μεγάλη πυκνότητα του μετάλλου το κάνουν να καταβυθίζεται όταν βρεθεί στο υγρό μάγμα, ιδιαίτερα όταν ο πλανήτης ήταν νεοσχηματισμένος με μεγάλο ποσοστό της μάζας του σε ρευστή κατάσταση. Εικάζεται δε, ότι όλος ο χρυσός που βρίσκει και εξορύσσει το ανθρώπινο είδος προέρχεται από το υλικό που περιείχαν οι μετεωρίτες που περιείχαν χρυσό και έπεσαν στον πλανήτη μας.

Χημικό στοιχείο

 

Ένα χημικό στοιχείο, συχνά αποκαλούμενο απλά στοιχείο, είναι χημική ουσία που δεν μπορεί να αλλάξει ή να διαιρεθεί σε άλλες απλούστερες χημικές ουσίες με οποιαδήποτε συνηθισμένη χημική τεχνική. Η μικρότερη μονάδα αυτού του είδους χημικών ουσιών είναι το άτομο. Ένα στοιχείο περιέχει τον ίδιο αριθμό πρωτονίων σε όλα τα άτομά του.

 

Πυκνότητα

Το φυσικό μέγεθος πυκνότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ύλης και συμβολίζεται με το γράμμα ρ. Η πυκνότητα ενός σώματος ορίζεται ως το πηλίκο της μάζας του ανά μονάδα όγκου:

Μονάδα μέτρησης της πυκνότητας στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων είναι το 1 kg/m3. Αρκετά συχνά όμως σαν μονάδα χρησιμοποιείται και το γραμμάριο ανά κυβικό εκατοστό, 1 g/cm3.

Η πυκνότητα των υγρών σωμάτων μεταβάλλεται πολύ λίγο για μεγάλες μεταβολές πίεσης και θερμοκρασίας και γι' αυτό μπορούμε να την θεωρούμε πρακτικά σταθερή. Όσον αφορά τα αέρια σώματα, η πυκνότητα τους μεταβάλλεται εύκολα, όταν μεταβάλλεται η πίεση ή/και η θερμοκρασία.

Προσοχή: Η έκφραση σωματιδιακή πυκνότητα αναφέρεται στον αριθμό σωματιδίων ανά μονάδα όγκου και ποτέ σε πυκνότητα του κάθε σωματιδίου.

Γενικά η πυκνότητα είναι ένα εντατικό μέγεθος, καθώς εκφράζεται ως πηλίκο μεγεθών που εξαρτώνται από την ποσότητα του υλικού στο οποίο αναφέρονται (εκτατικά μεγέθη). Με άλλα λόγια, η πυκνότητα δεν εξαρτάται από την ποσότητα του υλικού, αλλ΄ όμως αποτελεί κύριο σταθερό χαρακτηριστικό συγκεκριμένου κάθε φορά υλικού. Για παράδειγμα, η πυκνότητα ενός σιδερένιου συνδετήρα είναι ίδια με την πυκνότητα μιας σιδερένιας ράβδου, δηλαδή ίση με 7800 kg/m3, (ίδιο υλικό κατασκευής).

 

Στερεό

Στην Επιστήμη της Φυσικής, στερεό ονομάζεται κάθε ουσία της οποίας τα μόρια είναι σε καθορισμένες θέσεις μεταξύ τους και συγκρατούνται από συγκεκριμένου τύπου δυνάμεις. Μακροσκοπικά, τα στερεά έχουν καθορισμένο σχήμα και όγκο. Το στερεό αποτελεί μία από τις τρεις μορφές της κατάστασης της ύλης.

Τα σωματίδια που συγκροτούν κάθε μορφή της ύλης (άτομα, μόρια, ιόντα) και εν προκειμένω των περισσοτέρων στερεών ουσιών βρίσκονται σε πολύ πυκνή διάταξη δημιουργώντας γεωμετρικά σχήματα, όπως τα στοιβαγμένα φρούτα σε μανάβικο ή τα δομικά υλικά μπροστά σε μια οικοδομή. Αυτή η συγκράτηση και ταυτόχρονα ισορροπία στις θέσεις τους προέρχεται από ισχυρές ελκτικές δυνάμεις, που εξισσοροπούν τις απωστικές δυνάμεις μεταξύ των πρωτονίων των ατόμων. Τα σωματίδια δε αυτά μπορούν να εκτελούν μικρές ταλαντώσεις χωρίς όμως ωστόσο να ξεφεύγουν από τη θέση της ισορροπίας τους. Έτσι το «στερεό» διατηρεί, στις ίδιες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας, σταθερό σχήμα, αμετάβλητο, και σταθερό όγκο.

Επειδή όμως οι ταλαντώσεις των μορίων γύρω από τη θέση ισορροπίας τους δεν είναι συμμετρικές, εμφανίζεται το φαινόμενο της διαστολής όταν αυξάνεται η θερμοκρασία, και της συστολής όταν μειώνεται. Τα στερεά μετατρέπονται σε υγρά με την τήξη και σπανιότερα σε αέρια με την εξάχνωση.

Η έννοια 'στερεό' εμπεριέχει την έννοια του σταθερού σχήματος. Έτσι, χρησιμοποιέιται στη γεωμετρεία (γεωμετρικό στερεο) για να περιγράψει καθορισμένα τριδιάστατα σχήματα και στη φυσική (μηχανικό στερεό) για να περιγράψει τη μηχανική σωμάτων με στερεό σχήμα. Σε κανονικές συνθήκες το σχήμα ενός στερεού δε μεταβάλλεται. Αν όμως ασκηθούν κατάλληλες δυνάμεις, τότε ένα στερεό μπορεί να αλλάξει σχήμα, δηλαδή να παραμορφωθεί, ή να σπάσει.

 

Μέταλλα

Τα μέταλλα είναι μια μεγάλη κατηγορία χημικών στοιχείων που εμφανίζουν ορισμένες κοινές ιδιότητες, όπως είναι η λάμψη, η υψηλή ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα, η δυνατότητα σχηματισμού ελασμάτων (ελατά) και συρμάτων (όλκιμα). Τα περισσότερα, αλλά όχι όλα, έχουν μεγάλη πυκνότητα και είναι σκληρά και ανθεκτικά. Διακρίνονται από τα αμέταλλα, που αποτελούν επίσης τη δεύτερη μεγάλη κατηγορία των στοιχείων, τόσο από τις φυσικές όσο, κυρίως, από τις χημικές τους ιδιότητες.

Χαρακτηριστικά μέταλλα είναι ο σίδηρος, ο χαλκός, το αργίλιο (αλουμίνιο), το νάτριο, το ασβέστιο, ο ψευδάργυρος, το μαγνήσιο, το τιτάνιο και το ουράνιο. Με εξαίρεση τον υδράργυρο όλα τα μέταλλα σε θερμοκρασία δωματίου (20° C) είναι στερεά. Έχουν επίσης το χαρακτηριστικό αργυρόλευκο χρώμα, με εξαίρεση τον χαλκό (ερυθρός) και τον χρυσό (κίτρινος).

Ο κλάδος που μελετά τις τεχνικές με τις οποίες εξάγονται τα μέταλλα από τα μεταλλεύματα καθώς και ο καθαρισμός τους όπως επίσης και όλες τις απαραίτητες εργασίες λήψης καθαρών μετάλλων ή κραμάτων ή άλλων ενώσεων αυτών ονομάζεται μεταλλουργία. Τα μέταλλα προσφέρονται για την κατασκευή πλήθους προϊόντων με μεθόδους που αποτελούν το κύριο αντικείμενο της μεταλλοτεχνίας ή "μεταλλοτεχνικής" που αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Μεταλλογνωσίας. Για την καλύτερη παραγωγή προϊόντων συχνά χρησιμοποιούνται αναμείξεις αυτών, τα κράματα.

Ατομικός αριθμός

 

Ατομικός αριθμός ονομάζεται στην επιστήμη της χημείας ο αριθμός των πρωτονίων του πυρήνα ενός ατόμου. Είναι χαρακτηριστικό ενός πυρήνα ή ενός χημικού στοιχείου και συμβολίζεται διεθνώς με το γράμμα Ζ. Ο ατομικός αριθμός εκφράζει επίσης και τον αριθμό των ηλεκτρονίων ενός ουδέτερου ατόμου καθώς στα ουδέτερα άτομα ο αριθμός των πρωτονίων και των ηλεκτρονίων είναι ίσος. Κατά τον συμβολισμό ενός στοιχείου ή ενός πυρήνα ο ατομικός αριθμό γράφεται συνήθως ως δείκτης στην κάτω αριστερή γωνία του συμβόλου

 

 

Ατομικό βάρος

 

Το ατομικό βάρος (ΑΒ) ή (σχετική) ατομική μάζα (Ar) είναι ένας αριθμός που αναφέρεται σε ένα στοιχείο ή σε ένα ισότοπο ενός στοιχείου. Εκφράζει τη μάζα του ατόμου κάποιου στοιχείου μετρημένη σε μονάδες ατομικής μάζας και ισούται με τη μάζα σε γραμμάρια που περιέχει ένα mol ατόμων του ισοτόπου ή του στοιχείου.

 

 

Σημείο τήξης ή θερμοκρασία τήξης

Σημείο τήξης ή θερμοκρασία τήξης, ή ακόμα και θερμοκρασία μετάβασης, διεθνές σύμβολο Tm (εκ του αγγλικού όρου Temperature melting), ονομάζεται η θερμοκρασία στην οποία αλλάζει φάση μια καθαρή ουσία (χημικό στοιχείο ή χημική ένωση), μεταβαίνοντας από την στερεά κατάσταση στην υγρή κατάσταση, φαινόμενο που ονομάζεται τήξη. Ουσιαστικά πρόκειται για τη θερμοκρασία εκείνη στην οποία συνυπάρχουν σε ισορροπία τόσο η στερεά όσο και η υγρή κατάσταση μιας ουσίας (καθαρής). Η θερμοκρασία στην οποία συμβαίνει η τήξη εξαρτάται από την πίεση. Συνήθως, αναφερόμαστε στη "θερμοκρασία τήξης" ενός υλικού σε κανονικές συνθήκες πίεσης. Οι προσμείξεις μεταβάλλουν τη θερμοκρασία τήξης, γι' αυτό και αναφερόμαστε σε καθαρές ουσίες

Θερμοκρασία βρασμού

 

Θερμοκρασία βρασμού (ζέσης) ονομάζεται η θερμοκρασία εκείνη στην οποία η τάση ατμών των κορεσμένων ατμών κάποιου υγρού εξισώνεται με την πίεση στην επιφάνεια του υγρού. Με πιο απλά λόγια, είναι η θερμοκρασία κατά την οποία ένα υγρό μεταβαίνει από την υγρή στη αέρια κατάσταση με την διαδικασία του βρασμού. Η θερμοκρασία βρασμού εξαρτάται από την πίεση που ασκείται στη επιφάνεια του υγρού. Η θερμοκρασία βρασμού του νερού είναι 100o C για πίεση ίση με μία ατμόσφαιρα (ατμοσφαιρική πίεση στην επιφάνεια της θάλασσας). Αν μειωθεί η πίεση, για παράδειγμα σε μεγαλύτερο υψόμετρο, τότε η θερμοκρασία βρασμού μειώνεται, ενώ αν αυξηθεί η πίεση τότε η θερμοκρασία βρασμού αυξάνει (πχ στις χύτρες ταχύτητας).

 

 

Στοιχεία μετάπτωσης

 

Στοιχεία μετάπτωσης ονομάζονται όλα τα χημικά στοιχεία που βρίσκονται μεταξύ των Ομάδων ΙΙ και ΙΙΙ και ανήκουν στον d τομέα του Περιοδικού πίνακα. Πρόκειται για 24 μεταλλικά χημικά στοιχεία. Η ονομασία τους οφείλεται στο γεγονός ότι τα άτομα των στοιχείων αυτών διαθέτουν ηλεκτρόνια σθένους σε περισσότερες από μία ενεργειακές στοιβάδες (στάθμες).

 

Χαλκός

 

Το χημικό στοιχείο Χαλκός (Cuprum) είναι μέταλλο με ατομικό αριθμό 29 και ατομικό βάρος 63,546 . Έχει θερμοκρασία τήξης 1084,6 °C και θερμοκρασία βρασμού 2567 °C. Το σύμβολό του είναι Cu. Έχει κοκκινωπό χρώμα και είναι όλκιμος και ελατός. Ανήκει στην ομάδα της 1ης κύριας σειράς των στοιχείων μετάπτωσης.

 

Οξειδοαναγωγή

 

Ο όρος οξειδοαναγωγή περιγράφει όλες τις χημικές αντιδράσεις κατά τις οποίες τα άτομα των στοιχείων που συμμετέχουν αλλάζουν αριθμό οξείδωσης. Η διαδικασία της οξειδοαναγωγής μπορεί να γίνεται σχετικά απλά και γρήγορα, όπως η οξείδωση του άνθρακα από το οξυγόνο προς διοξείδιο του άνθρακα, ή μπορεί να είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, όπως η οξείδωση της γλυκόζης στους οργανισμούς, η οποία επιτυγχάνεται μέσω πολύπλοκων διεργασιών μεταφοράς ηλεκτρονίων.

 

Πετρώματα

 

Γενικά ως πετρώματα χαρακτηρίζονται τα υλικά από τα οποία αποτελείται ο στερεός φλοιός της Γης, το ανώτερο δηλ. στρώμα της λιθόσφαιρας. Μερικά εξ αυτών εμφανίζονται κατά συμπαγείς μάζες όπως ο γρανίτης ή ο ασβεστόλιθος. Άλλα είναι δυνατόν ν΄ αποτελούνται από μαλακότερα ή ασύνδετα υλικά όπως η άμμος, η άργιλος κλπ, ενώ κάποια άλλα είναι ρευστά, όπως το νερό και το πετρέλαιο.

 

 

Ορυκτό

Ορυκτό ονομάζεται κάθε χημικό στοιχείο ή ανόργανη ένωση φυσικής προέλευσης, που βρίσκεται στο έδαφος ή στο υπέδαφος ή, υπό μορφή διαλύματος, στο νερό, αποτελώντας συστατικό των πετρωμάτων, από τα οποία αποτελείται ο στερεός φλοιός της Γης.

Ορισμένα ορυκτά, όπως για παράδειγμα το διαμάντι, το θείο και ο χρυσός είναι καθαρά χημικά στοιχεία. Τα περισσότερα, όμως, αποτελούνται από κάποια ανόργανη ένωση. Ο Βωξίτης, για παράδειγμα, είναι πέτρωμα που αποτελείται από τα ορυκτά βαιμίτη, γιββσίτη και διάσπορο, των οποίων το κύριο (αλλά όχι το μοναδικό) συστατικό είναι το οξείδιο του αργιλίου (Al2O3), ενώ ο γαληνίτης είναι θειούχος μόλυβδος (PbS). Τέτοιου είδους ορυκτά βρίσκονται στα πετρώματα, αποτελώντας τα συστατικά τους ενώ άλλα, όπως το χλωριούχο νάτριο (αλάτι) αφθονούν τόσο στη θάλασσα όσο και σε ποταμούς ή λίμνες. Ωστόσο, σπάνια ένα ορυκτό βρίσκεται αυτούσιο στην Φύση. Τα περισσότερα ορυκτά περιέχουν και προσμίξεις άλλων ορυκτών.

Το ορυκτό που αξιοποιείται ως πρώτη ύλη για την εξαγωγή κάποιου στοιχείου ονομάζεται μετάλλευμα. Για παράδειγμα ο γαληνίτης είναι μετάλλευμα του μολύβδου.

 

Μεταλλοειδή

Ο όρος μεταλλοειδή αφορά χαρακτηρισμό χημικών στοιχείων, που άλλοτε συμπεριφέρονται ως μέταλλα και άλλοτε ως αμέταλλα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις χημικών στοιχείων είναι δύσκολη η κατάταξή τους σε μέταλλα ή αμέταλλα. Υπάρχουν δηλαδή στοιχεία που μοιάζουν με μέταλλα με κάποιες όμως διαφοροποιήσεις των βασικών χαρακτηριστικών τους, όπως π.χ. θρυμματίζονται εύκολα (εύθραστα) και παρουσιάζονται ως κακοί αγωγοί του ηλεκτρισμού. Αυτά τα στοιχεία λέγονται «μεταλλοειδή» και αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία των χημικών στοιχείων στην οποία περιλαμβάνονται το γερμάνιο, το πυρίτιο κ.ά.

 

 

Οξέα

Οξέα είναι χημικές ενώσεις με σύνολο κοινών χημικών ιδιοτήτων γνωστών με τον όρο "όξινος χαρακτήρας" ή "όξινη αντίδραση". Τα οξέα μπορεί να είναι σε στερεή, υγρή ή αέρια μορφή ανάλογα με τη θερμοκρασία. Μπορούν ακόμα να υπάρξουν σε καθαρή κατάσταση αλλά και σε διάλυμα.

 

 

Διάβρωση ή χημική διάβρωση

Η διάβρωση ή χημική διάβρωση είναι αυθόρμητο φαινόμενο χημικής διεργασίας και η φυσική του εξήγηση ανήκει στον επιστημονικό κλάδο της ηλεκτροχημείας. Κατά τη διάβρωση το μεταλλικό υλικό υπό την επίδραση του περιβάλλοντος χάνει ηλεκτρόνια, τα οποία δεσμεύονται (συνήθως) από το οξυγόνο του περιβάλλοντος. Υπάρχει δηλαδή αύξηση του σθένους του μετάλλου κατά την ηλεκτροχημική αντίδραση:

Me ---> Men++ne-

Το φαινόμενο είναι, τις περισσότερες φορές, επιφανειακό, δηλαδή εντοπίζεται στην εκτεθειμένη προς το περιβάλλον επιφάνεια του μετάλλου. Υπάρχουν πολλά είδη και κατηγοριοποιήσεις διάβρωσης (ανάλογα με την επίδραση του περιβάλλοντος, του υλικού, αν το υλικό υφίσταται μηχανική καταπόνηση, κ.α.). Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις εσωτερικής διάβρωσης, όπως, για παράδειγμα, στους σωλήνες εξάτμισης των οχημάτων, όπου η διάβρωση συμβαίνει από την εσωτερική πλευρά της σωλήνωσης, υπό την επίδραση των καυσαερίων. Κατά κύριο λόγο, ο όρος διάβρωση αναφέρεται σε μεταλλικά υλικά και κράματα μετάλλων, και όχι σε άλλα υλικά (π.χ. δε συνηθίζεται να αναφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο το ξύλο διαβρώνεται).

Η διάβρωση συμβαίνει συνεχώς στη φύση και τα αποτελέσματά της είναι ορατά σε μεταλλικές, και όχι μόνο, κατασκευές. Η βροχή, για παράδειγμα, μπορεί να διαβρώσει σιγά - σιγά ένα μαρμάρινο άγαλμα, που αυτό συμβαίνει από τις διάφορες μικροποσότητες οξέων που περιέχονται στο νερό της βροχής, που αντιδρούν με ενώσεις του μαρμάρου σχηματίζοντας νέες ενώσεις σε μορφή κόνεως, γεγονός που συνεπάγεται την φθορά. Η πιο συνηθισμένη και γνωστή μορφή διάβρωσης είναι το σκούριασμα του σιδήρου, που είναι αποτέλεσμα αντίδρασης του σιδήρου με το οξυγόνο του αέρα με την βοήθεια και της βροχής, όπου και εδώ η σκουριά παίρνει γρήγορα τη μορφή σκόνης. Ειδικά η λέξη σκουριά αναφέρεται σε σιδηρές κατασκευές (δε συνηθίζεται για παράδειγμα να αναφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο "σκούριασε" ένα χάλκινο σκεύος, στις περιπτώσεις αυτές ο προτιμώμενος όρος είναι οξείδωση).

 

 

Βασιλικό ύδωρ

Βασιλικό ύδωρ (στα Λατινικά aqua regia ή aqua regis) είναι η ονομασία ενός ειδικού μίγματος υδροχλωρικού (HCl) και νιτρικού οξέος (HNO3). Η αναλογία HCl και ΗΝΟ3 στο βασιλικό ύδωρ είναι 3 μέρη HCl (συγκέντρωσης περίπου 12 Μ) και 1 μέρος HNO3 (συγκέντρωσης περίπου 16Μ). Πρόσφατα παρασκευασμένο βασιλικό ύδωρ για καθάρισμα γυάλινων σκευών

Το βασιλικό ύδωρ είναι διάλυμα πολύ διαβρωτικό, ατμίζον με κιτρινωπό ή κοκκινωπό χρώμα. Ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της ιδιότητας του να διαλύει ακόμα και τα ευγενή μέταλλα, όπως ο χρυσός (Au) και ο λευκόχρυσος (Pt) και εν μέρει το ρόδιο (Rh). Εντούτοις ορισμένα μέταλλα όπως το ταντάλιο (Ta), το ιρίδιο (Ir)[1], το όσμιο (Os), το τιτάνιο (Ti) και μερικά ακόμα δε προσβάλλονται. Επίσης δεν προσβάλλεται, χωρίς να είναι μέταλλο, και το teflon.

Υδροχλωρικό οξύ

Το υδροχλωρικό οξύ είναι υδατικό διάλυμα του αέριου υδροχλωρίου με το οποίο έχει και τον ίδιο χημικό τύπο, HCl. Είναι ανόργανο ισχυρό οξύ, πολύ διαβρωτικό με πολλές και σημαντικές βιομηχανικές χρήσεις. Προσβάλλει το δέρμα και καταστρέφει κάθε φυτικό ή ζωικό ιστό. Η οσμή του είναι ερεθιστική και αποπνικτική. Το καθαρό υδροχλωρικό οξύ είναι τελείως άχρωμο, αλλά το υδροχλωρικό οξύ του εμπορίου είναι κιτρινωπό επειδή περιέχει προσμίξεις. Τα υγρά του στομάχου περιέχουν υδροχλωρικό οξύ που εκκρίνεται από πολυάριθμους μικρούς αδένες, οι οποίοι βρίσκονται στα τοιχώματά του.

Το παλιότερο όνομά του ήταν σπίρτο του άλατος. Το όνομα αυτό το πήρε από την εποχή κατά την οποία παρασκευαζόταν αποκλειστικά και μόνο από το κοινό μαγειρικό αλάτι το οποίο αποτελεί στη φύση άφθονη και φθηνή πρώτη ύλη. Πρώτος περιγράφει γενικά το οξύ ο Άραβας αλχημιστής Γιαμπίρ ιμπν Χαϊάν (Jabir ibn Hayyan) κατά τον 8ο αιώνα. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα χρησιμοποιήθηκε από τους αλχημιστές στην αναζήτηση της φιλοσοφικής λίθου[1], και αργότερα από Ευρωπαίους επιστήμονες όπως ο Γιόχαν Ρούντολφ Γκλάουμπερ (Johann Rudolf Glauber), ο Τζόζεφ Πρίστλεϋ (Joseph Priestley) και ο Σερ Χάμφρεϋ Ντέϊβυ (Humphry Davy).

Η παραγωγή του υδροχλωρικού οξέος σε μεγάλη κλίμακα αρχίζει κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση και σήμερα χρησιμοποιείται ευρύτατα στη χημική βιομηχανία ως πρώτη ύλη στην παραγωγή πολυάριθμων εμπορικών προϊόντων. Χρησιμοποιείται όμως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις όπως για τον καθαρισμό λεκανών των αφοδευτηρίων, για τον καθαρισμό των τοίχων από τις πολλές ασβεστώσεις, για τον καθαρισμό των μετάλλων πριν το γαλβανισμό τους.

 

Νιτρικό οξύ

Το Νιτρικό οξύ (HNO3), είναι ισχυρά διαβρωτικό και τοξικό οξύ. Αν έρθει σε επαφή με την επιδερμίδα δύναται να προκαλέσει σοβαρά εγκαύματα. Το διάλυμα νιτρικού οξέως είναι γνωστό και με την ονομασία άκουα-φόρτε (σημαίνει "ισχυρό νερό" στα ιταλικά). Είναι άχρωμο όταν είναι εντελώς καθαρό, αλλά πρακτικά εμφανίζει κιτρινωπό χρώμα λόγω της παρουσίας οξειδίων του αζώτου.

Το ακουαφόρτε είναι ισχυρό οξύ και ισχυρό οξειδωτικό και γι' αυτό πιο αποτελεσματικό, συνήθως, στο καθάρισμα και την απολύμανση. Μεταξύ άλλων διαβρώνει χαλκό, άργυρο και μόλυβδο, που δεν διαβρώνει το υδροχλωρικό οξύ, που είναι ισχυρότερο οξύ αλλά πολύ ασθενέστερο οξειδωτικό. Κατά τη χρήση του εκλύει αποπνικτικά οξείδια του αζώτου, ώστε να χρειάζεται προσοχή. Το νιτρικό οξύ σε ανάμειξη αναλογίας 1:3 με το υδροχλωρικό οξύ είναι ένα μείγμα, το βασιλικό νερό, τη μόνη ουσία που διαβρώνει το χρυσό και το λευκόχρυσο.

 

Διάλυμα

Ως Διάλυμα στη Χημεία χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε ομοιογενές μίγμα δύο ή περισσοτέρων ουσιών. Δηλαδή το μίγμα εκείνο στο οποίο μια χημική ουσία είναι πλήρως διαλυμένη μέσα σε μια άλλη. Το χαρακτηριστικό του διαλύματος σε σχέση με το αιώρημα είναι ότι η σύστασή του είναι ακριβώς η ίδια σε οποιοδήποτε σημείο του. Παρότι συχνά η έννοια του διαλύματος συνδέεται με την υγρή κατάσταση της ύλης, εν τούτοις, υπάρχουν και στερεά ή αέρια διαλύματα, π.χ.: ο ορείχαλκος αποτελεί στερεό διάλυμα χαλκού και ψευδαργύρου, ή ο αέρας που αποτελεί αέριο διάλυμα του οξυγόνου, αζώτου κ.ά. στοιχείων.

Κάθε διάλυμα αποτελείται από το μέσο διασποράς, που λέγεται διαλύτης ή διαλυτικό μέσο, και από την ουσία που διαλύεται σε αυτό και λέγεται διαλυμένη ουσία.
Η ικανότητα που μπορεί να έχει μια ουσία να διαλύεται μέσα σε άλλη, ανεξαρτήτως κατάστασης (στερεό, υγρό, αέριο), λέγεται διαλυτότητα.
Η ικανότητα μιας ουσίας να διαλύει κάποια άλλη εξαρτάται πρώτιστα από την χημική φύση αυτών, συχνά από τη θερμοκρασία και μερικές φορές και από την πίεση.

Η διαλυμένη ουσία διασπάται σε πλήθος μικροσκοπικών σωματιδίων όπως είναι τα ιόντα και τα μόρια που αναμιγνύονται πλήρως με τα σωματίδια του διαλύτη. Τόσο οι διαλυμένες ουσίες όσο και εκείνες των διαλυτών μπορεί να είναι είτε στερεά σώματα είτε υγρά είτε τέλος αέρια.

Στα στερεά διαλύματα και οι δύο ουσίες (διαλυμένες και διαλύτες) είναι στερεά. Τέτοια περίπτωση είναι κι εκείνη των κραμάτων.

Ένας πολύ απλός τρόπος παρασκευής διαλύματος είναι ν΄ ανακατευθεί ζάχαρη σε ζεστό νερό. Αν και αόρατη η ζάχαρη θα βρίσκεται διαλυμένη στο νερό.
Δεν θα πρέπει να συγχέεται το διάλυμα με το κολλοειδές που αποτελεί κάπως διαφορετικό μίγμα δύο ουσιών.

Υδράργυρος

 

Το χημικό στοιχείο υδράργυρος (Hydrargyrum) είναι ένα μέταλλο με ατομικό αριθμό 80 και ατομικό βάρος 200,59 Έχει θερμοκρασία τήξης -38,87 °C και θερμοκρασία βρασμού 356,58 °C και είναι το μοναδικό μέταλλο που απαντάται σε υγρή κατάσταση. Σύμβολο: Hg Μία από τις πιο γνωστές χρήσεις του είναι αυτή στα θερμόμετρα, λόγω της ιδιότητάς του να διαστέλλεται εύκολα.

 

Άργυρος

ο χημικό στοιχείο άργυρος ή ασήμι (argentum, αγγλικά:silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η σχετική ατομική μάζα του 107,8682(2). Το χημικό του σύμβολο είναι "Ag" και ανήκει στην ομάδα 11 (IΒ, με την παλαιότερη ταξινόμηση) του περιοδικού πίνακα, στην περίοδο 5, στον τομέα d και στη 2η κύρια σειρά των στοιχείων μετάπτωσης. Έχει θερμοκρασία τήξης 961,78°C και θερμοκρασία βρασμού 2162°C.

Το ασήμι είναι ένα από τα πρώτα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Ήταν γνωστό ήδη από την προϊστορική εποχή στους λαούς που κατοικούσαν στη Μεσοποταμία, στον Ελλαδικό Χώρο, στη Μέση Ανατολή και στην Αίγυπτο.

Το σημερινό όνομά του το πήρε από τη λατινική λέξη "argentum" ή και την ελληνική "αργυρός" και θεωρείται ευγενές μέταλλο μαζί με το ρουθήνιο, το ρόδιο, το ιρίδιο, το παλλάδιο, το όσμιο, το λευκόχρυσο και το χρυσό. Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μετράται με την ουγγιά και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, όπως και τα άλλα πολύτιμα μέταλλα στις διεθνείς χρηματαγορές. Η περιεκτικότητα σε άργυρο ενός κοσμήματος συνήθως μετριέται με τους "βαθμούς" που συμβολίζονται με °. Για παράδειγμα ένα κόσμημα 925° περιέχει 92,5 % άργυρο, ένα κόσμημα 950° περιέχει 95 % άργυρο κ.ό.κ.

Ο άργυρος είναι το μόνο χημικό στοιχείο από το οποίο ονομάστηκε ένα κράτος, η Αργεντινή. Το ασήμι έχει τη μεγαλύτερη ηλεκτρική και θερμική αγωγιμότητα καθώς και τη μεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό τμήμα του φάσματος από όλα τα χημικά στοιχεία. Είναι ελατός, έχει δηλαδή την ιδιότητα να σφυρηλατείται ή να μετατρέπεται εύκολα σε ελάσματα και όλκιμος μπορεί δηλαδή να μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον αέρα από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων. Δεν επηρεάζεται από το υδροχλωρικό οξύ, διαλύεται όμως στο πυκνό θειικό οξύ και στο αραιό και πυκνό νιτρικό οξύ.

Η περιεκτικότητα του στερεού φλοιού της Γης σε ασήμι είναι μεταξύ 0,07 και 0,08 γραμμάρια ανά τόνο (g/t ή μέρη στο εκατομμύριο, ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυής και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων (χαλκού, μολύβδου, ψευδαργύρου) στα θειούχα ορυκτά των οποίων βρίσκεται σε πολύ μικρές αλλά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες. Βρίσκεται και σε ορυκτά όπως ο αργεντίτης και ο χλωραργυρίτης. Το 2010, πάνω από 50 χώρες σε όλο τον κόσμο διατηρούσαν ορυχεία αργύρου. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής ασημιού είναι το Μεξικό, το Περού, η Κίνα, η Αυστραλία, η Χιλή, η Πολωνία, η Ρωσία, η Βολιβία, οι Η.Π.Α. κ.ά.

Το ασήμι χρησιμοποιείται για να κατασκευασθούν κοσμήματα, νομίσματα, σκεύη τραπεζιού, μαχαιροπίρουνα (εξ' ου και ο όρος "ασημικά"), φωτογραφικά φιλμ (ως φωτοευαίσθητα αλογονούχα άλατα), καθρέπτες. Οι ενώσεις του, κυρίως ο νιτρικός άργυρος, χρησιμοποιούνται ως χημικά αντιδραστήρια, ως μικροβιοκτόνα και ως απολυμαντικά. Βομβίδες με εκρηκτικό μείγμα ενώσεων αργύρου και άνθρακα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητής βροχής. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηλεκτρικές επαφές και αγωγούς και ως καταλύτης χημικών αντιδράσεων.

 

Ελασιμότητα, ή ελατότητα

Ο όρος ελασιμότητα, ή ελατότητα, χαρακτηρίζει την ικανότητα των μετάλλων και κραμάτων να επιδέχονται διάφορους τρόπους μορφοποίησης υπό πίεση, όπως π.χ. σφυρηλάτηση, εξέλαση, κ.λπ. Πρόκειται για ιδιότητα των περισσοτέρων καθαρών μετάλλων όπως του χάλυβα, του ορείχαλκου και άλλων καθώς και κραμάτων χαλκού, μαγνησίου, αλουμινίου και νικελίου. Η Ελασιμότητα αποτελεί μια μορφή πλαστικότητας των μετάλλων με δεδομένο ότι κατά την παραμόρφωσή τους υπό πίεση αυτά δεν καταστρέφονται, δηλαδή δεν θραύονται ούτε ρηγματώνονται. Η ιδιότητα αυτή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Τα μέταλλα που έχουν υψηλό βαθμό ελασιμότητας ονομάζονται ελατά. Η κατεργασία των ελατών μετάλλων και κραμάτων προς παραγωγή προϊόντων ονομάζεται έλαση που πραγματοποιείται σε ειδικούς μηχανουργικούς χώρους στα ελασματουργεία, από ειδικές μηχανές με κυλίνδρους καλούμενοι έλαστρα, ενώ τα παράγωγα αυτών ονομάζονται γενικά ελάσματα.

Η αύξηση της ελασιμότητας ή ελατότητας γίνεται σε υψηλές θερμοκρασίες με δυναμική επαναφορά και ανακρυστάλλωση.

Το περισσότερο ελατό μέταλλο στη φύση είναι ο χρυσός αφού μπορεί να παραχθεί σε φύλλα πάχους μόλις 0,1 εκατομμυριοστό του μέτρου, που χρησιμοποιείται ως έλασμα επιχρύσωσης.

 

Ολκιμότητα

 

Ο όρος ολκιμότητα χαρακτηρίζει την ικανότητα των μετάλλων και κραμάτων να επιδέχονται διάφορους τρόπους μορφοποίησης υπό πίεση και έλξη. Πρόκειται για ιδιότητα των περισσοτέρων καθαρών μετάλλων όπως του χάλυβα, του ορείχαλκου και άλλων καθώς και κραμάτων χαλκού, μαγνησίου, αλουμινίου και νικελίου.

Η Ολκιμότητα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση της ελασιμότητας ως μια μορφή πλαστικότητας των μετάλλων με δεδομένο ότι κατά την παραμόρφωσή τους υπό πίεση και έλξη αυτά δεν καταστρέφονται. Η ιδιότητα αυτή, όπως και η ελασιμότητα ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Τα μέταλλα που έχουν υψηλό βαθμό ολκιμότητας ονομάζονται όλκιμα και είναι σχεδόν όλα τα ελατά. Η κατεργασία των όλκιμων μετάλλων και κραμάτων προς παραγωγή προϊόντων γίνεται με την έλαση που πραγματοποιείται σε ειδικούς μηχανουργικούς χώρους στα ελασματουργεία, από ειδικές μηχανές με τριπλούς κωνικούς κυλίνδρους καλούμενοι έλαστρα ολκής, ή έλαστρα συνεχούς λειτουργίας, ή "έλαστρα 150", ενώ τα παράγωγα αυτών ονομάζονται ανάλογα ράβδοι, σιδερόβεργες και σύρματα.

 

Ηλεκτρική αγωγιμότητα

Η Ηλεκτρική αγωγιμότητα (electrical conductance) εκφράζει την ευκολία με την οποία το ηλεκτρικό ρεύμα περνάει μέσα από κάποιο αντικείμενο και αποτελεί το δυαδικό μέγεθος της ηλεκτρικής αντίστασης. Εξαρτάται γενικά από την ειδική αγωγιμότητα του υλικού, και τη γεωμετρία του αντικειμένου. Θεμελιωτής της ηλεκτρικής αγωγιμότητας θεωρείται ο Άγγλος φυσικός Στήβεν Γκρέυ (1670-1736).

Μονάδα μέτρησης της αγωγιμότητας σύμφωνα με το Διεθνές σύστημα μονάδων (SI) είναι το Σήμενς (Siemens), διεθνές σύμβολο S. Οι Αγγλοσάξωνες συνηθίζουν να χρησιμοποιούν για την μέτρηση της αγωγιμότητας και την μονάδα mho (℧), της οποίας η γραφή προκύπτει από την αντιστροφή των γραμμάτων της μονάδας μέτρησης της ηλεκτρικής αντίστασης Ωμ (Ohm), εξ ου και διαβάζεται "αντίστροφο Ωμ".

Η ηλεκτρική αγωγιμότητα δίνεται αριθμητικά εάν διαιρέσουμε την ένταση του ρεύματος που διαρρέει ένα αντικείμενο (σε amperes) προς την διαφορά δυναμικού/τάση που εφαρμόζεται στα άκρα του (σε volts). Πρόκειται δηλαδή για ένα μέγεθος αντίστροφο της ηλεκτρικής αντίστασης. Ο αντίστοιχος τύπος είναι:

όπου:
G: Η αγωγιμότητα που εμφανίζει το αντικείμενο (σε Siemens)
R: Η αντίσταση που εμφανίζει το αντικείμενο (σε ohms)
V: Η διαφορά δυναμικού που εφαρμόζεται στα άκρα του αντικειμένου (σε volts)
I: Η ένταση του ρεύματος που διαρρέει το αντικείμενο (σε amperes)

 

Ευγενή μέταλλα

Ευγενή μέταλλα είναι τα μέταλλα που είναι ανθεκτικά στη διάβρωση και την οξείδωση στον υγρό αέρα, σε αντίθεση με τα περισσότερα βασικά μέταλλα. Έχουν την τάση να είναι πολύτιμα, συχνά λόγω της σπανιότητάς τους στο φλοιό της Γης. Ως ευγενή μέταλλα θεωρούνται (κατ 'αύξουσα σειρά ατομικού αριθμού) τα εξής: ρουθήνιο, ρόδιο, παλλάδιο, ασήμι, όσμιο, ιρίδιο, λευκόχρυσος και χρυσός.

Άλλες πηγές περιλαμβάνουν ως ευγενή μέταλλα τον υδράργυρο [2][3], ή ακόμα και το ρήνιο. Από την άλλη πλευρά, το τιτάνιο, νιόβιο και ταντάλιο δεν ονομάζονται ευγενή μέταλλα παρά το γεγονός ότι είναι πολύ ανθεκτικά στη διάβρωση. Τα ευγενή μέταλλα δεν πρέπει να συγχέονται με τα πολύτιμα μέταλλα, αν και αρκετά ευγενή μέταλλα είναι πολύτιμα.

Πηγές:

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%85%CE%BA%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%AE%CE%BE%CE%B7%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%AD%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%84%CF%8C

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%BE%CF%8D

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%AC%CE%B2%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CF%8D%CE%B4%CF%89%CF%81

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A5%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%BB%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BF%CE%BE%CF%8D

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BF%CE%BE%CF%8D

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A5%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%BB%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE_%CE%BC%CE%AD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1

· http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CF%8C%CF%823

 

Η επιχείρηση ενισχύθηκε για τον εκσυγχρονισμό της στο πλαίσιο του Ε.Π. "Ψηφιακή Σύγκλιση"
Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαικής Ένωσης